Οι Ευρωπαϊκές και Αμερικανικές Καρδιολογικές Εταιρείες (ESC, ACC, AHA) δεν συνιστούν το τεστ κοπώσεως σε διάδρομο (ETT) για τη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου, καθώς έχει χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα. Αντί αυτού, σε ασθενείς με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο προτείνονται πιο αξιόπιστες διαγνωστικές μέθοδοι:
• Αξονική στεφανιογραφία (Computed Tomography Coronary Angiography – CTCA): Επιτρέπει την απεικόνιση των στεφανιαίων αρτηριών και την αξιολόγηση της αθηρωματικής πλάκας. Γενικά, συστήνεται σε άτομα χαμηλού ρίσκου εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου, αλλά προϋποθέτει έκθεση σε ακτινοβολία μέσω ακτίνων Χ.
• Δυναμική ηχοκαρδιογραφία (stress echocardiography): Εκτιμά την ισχαιμία μέσω φαρμακολογικής διέγερσης ή άσκησης. Χρησιμοποιεί υπερήχους, χωρίς έκθεση σε κάποια μορφή ακτινοβολίας.
• Σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου (Myocardial Perfusion Imaging – MPI): Αξιολογεί την αιμάτωση του μυοκαρδίου και ανιχνεύει την ισχαιμία, αλλά προϋποθέτει έκθεση σε ακτινοβολία μέσω ραδιοϊσοτόπων.
Συμπέρασμα
Ο καρδιολογικός έλεγχος παραμένει κρίσιμος για ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο, λόγω του αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Ωστόσο, το τεστ κοπώσεως σε διάδρομο δεν συνιστάται πλέον για τη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου. Αντί αυτού, οι προηγμένες απεικονιστικές μέθοδοι και κυριότερα η δυναμική ηχοκαρδιογραφία (λόγω της εξαιρετικής ευαισθησίας και της έλλειψης ακτινοβολίας) προσφέρουν πιο αξιόπιστα αποτελέσματα στην ανίχνευση της ισχαιμίας και την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
